говорить


Μετάφραση: μιλάω
Μεταγραφή: [gavarìt']

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

Вы не могли бы говорить медленнее? [vy nimaglì by gavarìt' mèdlinnije] - Εσείς θα μπορούσατε να μιλάτε πιό αργά;
С кем можно поговорить о сотрудничестве? [s kem mozhna pagavarit` o satrudnichistve?] - Με ποιόν μπορώ να μιλήσω για την συνεργασία;
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία