давать


Μετάφραση: δίνω
Μεταγραφή: [davat`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

отдавать честь [atdavàt' chèst'] - χαιρετίζω
подавать заявление на работу [padavàt' zayavlènie na rabòtu] - υποβάλλω αίτηση για θέση εργασίας
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία