доехать


Μετάφραση: να φτάσω
Μεταγραφή: [daekhat`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

Как я могу доехать до центра города? [kak ya magù dajèkhat' da tsèntra gòrada] - Πώς μπορώ να πάω προς το κέντρο της πόλης;
Мне надо на улицу "A". Каким транспортом я могу доехать? [mn'eh nàda na ùlitsu A, kakìm trànspartam ya magù dajèkhat'] - Χρειάζομαι να πάω στην οδό "Α". Με ποιό μέσο κυκλωφορείας μπορώ να φτάσω εκεί;
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία