доказывать


Μετάφραση: αποδείχνω
Μεταγραφή: [dakazyvat`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία