искать


Μετάφραση: ψάχνω
Μεταγραφή: [iskàt']

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

Бесполезно искать покой где-либо, если не нашел его внутри себя. [bespalezna iskat` pakoj gde-libo, esli ne nashel evo vnutri sebya.] - Είναι άχρηστο να ψάχνεις οπουδήποτε την ειρήνη, αν δεν τη βρήκες μέσα σου.
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία