участвовать


Μετάφραση: συμμετέχω
Μεταγραφή: [uchastvavat`]

Παραδείγματα χρήσης

Я хочу поучаствовать в этой выставке от лица своей компании. [ya khachu pouchastvavat` v ehtaj vystafke at litsa svaej kampani] - Θέλω να συμμετέχω στη έκθεση αυτή σαν εκπρόσωπος της εταιρείας μου.
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία