человек


Μετάφραση: άνθρωπος
Μεταγραφή: [chilavèk]

Παραδείγματα χρήσης

В жизни каждого человека есть два самых важных дня - день, когда он родился, и день, когда понял зачем. [V zhìzni kàzhdogo chelovèka jèst' dva sàmykh vàzhnykh dnya: den', kogdà on rodìlsya, i den', kogdà pònyal zachèm] - Στη ζωή του κάθε ανθρώπου υπάρχουν δύο οι πιό σημαντικές μέρες - η μέρα, όταν γεννήθηκε, και η μέρα, όταν κατάλαβε για πιό λόγο.
Вы человек вообще? [Vy chilavèk vapshhè?]
Помогите! Человек подавился! [pamagìti! chilavèk padavìlsya] - Βοήθεια! Ο άνθρωπος πνίγηκε!
Это делает российскую купюру единственной в мире, на которой изображён обнажённый человек. [èhta dèlajet rassìjskuyu kupyùru jedìnstvinnaj v mìre, na katòraj izabrazhòn abnazhònnyj chilavèk] - Αυτό κάνει τι ρώσικο νόμισμα μοναδικό στον κόσμο, στο οποίο είναι ζωγραφισμένος γυμνός άνθρωπος.
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία