читать


Μετάφραση: διαβάζω
Μεταγραφή: [chitat`]

Παραδείγματα χρήσης

считать кого-либо привлекательным [schitàt' kavòlibo privlikàtil'nym] - θεωρώ κάποιον ελκυστικό
Читать журнал или газету [chitàt’ zhurnàl `ili gaz'ètu]



Εσείς μπορείτε να βρείτε σχολεία ρωσικής γλώσσας και δασκάλους:


Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία