свой


Μετάφραση: δικός
Μεταγραφή: [svoj]

Μέρος του λόγου: Местоимение
Αριθμός:

Παραδείγματα χρήσης

Могу я поменять свой номер на другой? [mogu ya pomenyat' svoj nomer na drugoj?] - Μπορώ να αλλάξω το δικό μου δωμάτιο για κάποιο άλλο;
Нельзя вернуться в прошлое и изменить свой старт, но можно стартовать сейчас и изменить свой финиш. [Nel'zya vernut'sya v proshloe i izmenit' svoj start, no mozhno startovat' sejchas i izmenit' svoj finish] - Δεν μπορεί κανείς να γυρίσει στον παρελθόν και να αλλάξει το ξεκίνημα, όμως μπορεί να ξεκινήσει τώρα και να αλλάξει το τέλος του διαδρόμου.
Я пропустил свой поезд. [ya propustìl svoj pòezd] - Έχασα το τρένο μου.
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία