бежать


Μετάφραση: τρέχω
Μεταγραφή: [bezhat`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

бежать на работу [bezhat` na rabotu] - τρέχω στη δουλειά
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία