Εγγραφή

ходить


Μετάφραση: περπατώ
Μεταγραφή: [khadìt']

Παραδείγματα χρήσης

Встреча с гидом будет проходить на рецепшене в 7 вечера [vstrecha s gidom budet prokhodit' na retsepshene v 7 vechera] - Η συνάντηση με τον ξεναγό θα πραγματοποιηθεί στο ρεσεψιόν στίς 7 το βράδυ
идеально подходить друг другу [idiàl'na patkhadìt' druk drùgu] - ιδανικά ταιριάζουν ένας στον άλλο
сходить с ума по кому-либо [skhadìt' sumà pa kamù-liba] - τρελαίνομαι για κάποιον
ходить в спортзал [khadìt` v sportzàl] - πάω στο γυμναστήριο
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία