бить


Μετάφραση: χτυπώ
Μεταγραφή: [bit`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

Любить каждую частичку кого-либо. [lyubìt' kàzhduju chistìchku kavò-liba] - Αγαπάω κάθε κομμάτι του κάποιου.
перебить аппетит [piribìt' appitìt] - κόβω την όρεξη
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία