видеть


Μετάφραση: βλέπω
Μεταγραφή: [vidit`]

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

видеть сон [videt' son] - βλέπω το όνειρο
Доброта - это то, что может услышать глухой и увидеть слепой. [dabrata - ehto to, chto mozhet uslyshat` glukhoj i uvidet` sl`epoj.] - Η καλοσύνη είναι κάτι, το οποίο μπορεί να ακούσει ο κουφός και να το δεί ο τυφλός.
Рад тебя видеть! [Rad tibyà vìdit'] - Χαίρομαι που σε βλέπω!
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία