путешествовать


Μετάφραση: ταξιδεύω
Μεταγραφή: [putishèstvavat']

Παραδείγματα χρήσης

Мне нравится путешествовать на скоростных поездах. [mne nràvitsya puteshestvovat' na skorostn`ykh poezdàkh] - Μου αρέσει να ταξιδεύω με τα τρένα υψηλής ταχύτητας.
Человека делают счастливым три вещи: любовь, интересная работа и возможность путешествовать… © Иван Бунин/ Ivan Bunin [chilavèka dèlayut schislìvym tri vèshhi: lyubòf', intirèsnaya rabòta i vazmòzhnast' putishèstvavat'] - "Τρία πράγματα κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο: αγάπη, ενδιαφέρουσα δουλειά και δυνατότητα να ταξιδέψει..." © Ιβάν Μπούνιν/ Ivan Bunin
Я люблю путешествовать. [ya l'ubl'ù putishèstvavat'] - Μου αρέσει να ταξιδεύω.
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία