бегать


Μετάφραση: τρέχω
Μεταγραφή: [bègat']

Μέρος του λόγου: Глагол

Παραδείγματα χρήσης

бегать за женщиной / за мужчиной [bègat' za zhènshhinoj za mushhìnoj]
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία