открыть


Μετάφραση: να ανοίξω
Μεταγραφή: [atkryt`]

Παραδείγματα χρήσης

Я бы хотел открыть банковский счет. [ya by khatèl atkr`yt' bànkavskij sshòt] - Θα ήθελα να ανοίξω έναν τραπεζικό λογαριασμό.
Я не могу открыть дверь в мой номер [ya ne mogu otkryt' dver' v moj nomer] - Δε μπορώ να ανοίξω την πόρτα στο δωμάτιο μου
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία