стать


Μετάφραση: φύλο
Μεταγραφή: [stat`]

Παραδείγματα χρήσης

Вы можете стать слепым, считая каждый день похожим друг на друга. [Vy mòzhite stat' slip`ym, sshitàya kàzhdyj den' pakhòzhim druk na drùga.] - Μπορείτε να γίνετε τυφλοί, αν θεωρείτε πως κάθε μέρα μοιάζει με τον άλλο.
Могу я стать дилером вашей компании? [magu ya stat` dil`erom vashej kampanii?] - Μπορώ να γίνω ο αντιπρόσωπος της εταιρείας σας;
Принимая себя такими, каковы мы есть, мы лишаемся надежды стать теми, какими должны быть. [Prinimaya sebya takimi, kakovy my est', my lishaemsya nadezhdy stat' temi, kakimi dolzhny byt'] - Παίρνοντας τους εαυτούς μας όπως είμαστε, εμείς χάνουμε την ελπίδα να γίνουμε έτσι, όπως πρέπει να είμαστε.
Умом Россию не понять, Аршином общим не измерить: У ней особенная стать – В Россию можно только верить. [umom Rasiyu ni pan'at`, arshinom obshim ne izmerit`: u nej asabinaya stat` v Rasiyu mazhna tol`ka verit`] - Με μυαλό δεν μπορείς να καταλάβεις τη Ρωσία, με το γενικό αρσίν (κριτήριο της μέτρησης) δεν θα μετρήσεις: Έχει τα ιδιοτικά χαρακτηριστικά - Στην Ρωσία μπορείς μόνο να πιστεύεις.)
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία