глаз


Μετάφραση: μάτι
Μεταγραφή: [glas]

Μέρος του λόγου: Существительное
Γένος: Мужской
Αριθμός: Единственное

Падежи


Падеж  Единственное число  Множественное число
Именительный глаз глаза
Родительный глаза глаз
Дательный глазу глазам
Винительный глаз глаза
Творительный глазом глазами
Предложный о глазе о глазах

Παραδείγματα χρήσης

для глаз [dl'a glas] - ματιών
его глазами [ego glazami] - με τα μάτια του
Какого цвета у тебя глаза? [Kakòva tsvèta u tibyà glazà ] - Τι χρώμα είναι τα μάτια σου;
карие глаза [karii glazà] - καστανά μάτια
моими глазами [moimi glazami] - με τα μάτια μου
обычные глаза [ob`ychnyi glazà] - κανονικά μάτια
подводка (для глаз) [padvòtka] - μολύβι ματιών
семья глазами жены [sem'ya glazami zheny] - η οικογένεια με τα μάτια της γυνάικας
твоими глазами [tvoimi glazami] - με τα μάτια σου
У неё голубые глаза. [u niyò galub`yje glazà] - Αυτή έχει γαλανά μάτια.
У тебя красивые глаза! [u tibyà krasìvyi glazà] - Έχεις όμορφα μάτια!
цвет глаз [tsvet glas] - χρώμα ματιών
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία