Давать волю
[davat` volyu]
- Δίνω την ελευθερία
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: παύω να ελέγχω τα αισθήματα και τα συναισθήματα μου, ελευθερώνω κάποιο αίσθημα.
Давать выход
[davat` vykhod]
- Επιτρέπω τον έξοδο των αισθημάτων
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: παύω να ελέγχω τα αισθήματα και τα συναισθήματα μου, ελευθερώνω κάποιο αίσθημα.
Давать жару
[davat` zharu]
- Δίνω την θερμότητα για κάτι
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: μπαίνω στο πάθος του παιχνιδιού, εκδηλώνω τον εαυτό μου πολύ δραστήρια
Давать на лапу
[davat` na lapu]
- Λαδώνω την παλάμη
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: δωροδοκώ, λαδώνω.
Давать от ворот поворот
[davat` ot vorot povorot]
- Δίνω αρνητική απάντηση
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: αρνιέμαι, λέω όχι, απορρίπτω.
Давать пищу сплетням
[davat` pishhu spletnyam]
- Δίνω τροφή για το κουτσομπολιό
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: προκαλώ τις φήμες, το κουτσομπολιό.
Давать себе волю
[davat` sebe volyu]
- Δίνω ελευθερία στον εαυτό μου
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: επιτρέπω στον εαυτό μου να πώ ή να κάνω περιττά, παύω να ελέγχω τον εαυτό μου.
Давать тягу
[davat` tyagu]
- Φεύγω τρέχοντας
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: φεύγω βιαστικά, εξαφανίζομαι, φεύγω γρήγορα.
Далеко не так
[daleko ne tak]
- Κάθε άλλο μάλιστα
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: εντελώς διαφορετικά, αλλιώς, ειδάλλως.
Далеко пойти
[daleko pojti]
- Θα πάω μακριά
Τι σημαίνει αυτό;: Σημασία: ανεβαίνω στους ανθρώπους, αποκτώ την επιτυχία, αποκτώ την υψηλή θέση, κατάσταση.
1 2 3 ... 5 6
Μετάφραση
Μετάφραση (ru-el)
Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν αυτή τη λειτουργία